αναδιπλώνομαι


αναδιπλώνομαι
αναδιπλώνομαι, αναδιπλώθηκα, αναδιπλωμένος βλ. πίν. 4

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναδιπλώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος 1. ξαναδιπλώνω, μαζεύω: Ύστερα απ αυτά που του είπε αναδίπλωσε τα φτερά του. 2. το μεσ., αναδιπλώνομαι συμμαζεύομαι: Αυτά που έπαθε τον έκαναν ν αναδιπλωθεί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)